από τα μαθήματα στο mathesis.cup. gr
για να καταλάβουμε, να ερμηνεύσουμε και ασφαλώς να απολαύσουμε ένα ποίημα
είναι όχι μόνο να το ακούσουμε,
αλλά πρωτίστως να το πούμε, εις εαυτόν ή σε άλλον,
με τη δική μας φωνή και ει δυνατόν, στο τέλος να το αποστηθίσουμε.
Αυτή θα ήταν -η αποστήθιση- η κορυφή της κατανόησης ενός ποιήματος,
εκεί όπου του δίνουμε χώρο να εγκατασταθεί μόνιμα πια
στην αντίληψή μας,
στη γλωσσική μας μνήμη και στον συναισθηματικό μας κόσμο
σαν ένα δυναμικό και δυναμογόνο εκφραστικό πρότυπο.
αλλά πρωτίστως να το πούμε, εις εαυτόν ή σε άλλον,
με τη δική μας φωνή και ει δυνατόν, στο τέλος να το αποστηθίσουμε.
Αυτή θα ήταν -η αποστήθιση- η κορυφή της κατανόησης ενός ποιήματος,
εκεί όπου του δίνουμε χώρο να εγκατασταθεί μόνιμα πια
στην αντίληψή μας,
στη γλωσσική μας μνήμη και στον συναισθηματικό μας κόσμο
σαν ένα δυναμικό και δυναμογόνο εκφραστικό πρότυπο.
Όσο για την εκφώνηση ή την απαγγελία, όπως λέγαμε, ενός ποιήματος,
για να καταλάβουμε τη σημασία της αρκεί να σκεφτούμε
ότι η ανθρώπινη φωνή είναι το τελειότερο και το πιο περίτεχνο εκφραστικό όργανο
που έχει πλάσει η εξέλιξη του είδους, του ανθρωπίνου είδους.
Όταν, λοιπόν, λέμε ή εκφωνούμε ένα ποίημα,
του χαρίζουμε τη φωνή μας, γινόμαστε εμείς οι ίδιοι
το όργανο της εκφραστικής του επιτέλεσης.
Κοντολογίς, το σωματοποιούμε, γιατί η ανθρώπινη φωνή είναι μια συνολική σωματική λειτουργία,
ξεκινώντας από τον αέρα που διώχνουν οι πνεύμονες προς τα πάνω ως τις φωνητικές χορδές
και τις ποικίλες κατεργασίες και αναμορφώσεις που υφίσταται αυτός ο αέρας
μέσα στον λάρυγγα, στην κοιλότητα του στόματος,
στον ουρανίσκο, στη γλώσσα,
στα δόντια, στα χείλη, ώσπου να γίνει ζωντανός λόγος.
Σώμα ενός ποιήματος είναι το ίδιο μας το σώμα ως φωνητικό όργανο.
Μπορεί η μεταφορική σύνδεση του ποιήματος με το τραγούδι
να μοιάζει τώρα πια λίγο παλαιική.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προπάντων να μη γελασθείς,
μην πεις πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν,
αλλ’ όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου