Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Σπουδαία παράσταση από τον Γουιλσον βασισμένη σε έργο του Δανιήλ Χαρμς

Κατάμεστη η αίθουσα της Στέγης Γραμμάτων στην προχθεσινή πρεμιέρα (η «Κ» ήταν εκεί). Λίγο πριν σηκωθεί η αυλαία, φιλοτεχνημένη κι αυτή από τον Μπομπ Γουίλσον, μέρος της παράστασης.
Ηταν ίσως το πιο ρυθμικό χειροκρότημα στο φινάλε μιας παράστασης. Η ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα της Στέγης Γραμμάτων που φιλοξενούσε τη «Γριά» («The old woman») του Δανιήλ Χαρμς σε σκηνοθεσία Μπομπ Γουίλσον, με τον Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ και τον Γουίλεμ Νταφόε, κορυφαία στιγμή του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών, επευφημούσε προχθές βράδυ τους δύο πρωταγωνιστές ακολουθώντας τη μουσική, παραμένοντας στις θέσεις, σα να περίμενε να υπάρξει και συνέχεια… Από ενθουσιασμό ή αμηχανία;


Ο Μπαρίσνικοφ είχε πει στην αποκλειστική συνέντευξή του στην «Κ» την περασμένη Κυριακή (14/07): «Η σκηνοθεσία είναι εστιασμένη στην πρόθεση να ενοχλεί. Σε πολλούς ο τρόπος αυτός ίσως να φανεί εξεζητημένος. Είναι μια καλλιτεχνική εμπειρία που δεν απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους. Ισως δεν τους ταιριάζει».

Προσωπικότητες αναγνωρισμένου κύρους και εμβέλειας, τόσο ο σκηνοθέτης όσο και οι δύο ερμηνευτές, συνυπέγραψαν ένα θέαμα συναρπαστικό και αλλόκοτο τόσο στην εικαστική του αρτιότητα και στη δεξιότητα των ηθοποιών, όσο και στην ατμόσφαιρα και στον λόγο του. Ο ακραίος φορμαλισμός, το κλοουνίστικο της όψης, έκρυβαν πολλή μελαγχολία, μοναξιά και θάνατο. Και πώς αλλιώς, εξάλλου; Ο Δανιήλ Χαρμς (1905 - 1942), πάνω σε κείμενα του οποίου (με βασικό άξονα τη «Γριά»), βασίστηκε η παράσταση, κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος της ρώσικης πρωτοπορίας, υπηρετεί το παράλογο με τρόπο εκκεντρικό και την ίδια στιγμή στοχαστικό. Πέθανε από ασιτία, στην ψυχιατρική κλινική των φυλακών του Λένιγκραντ, εκτοπισμένος από το καθεστώς που τον κατηγορούσε για αντισοβιετική προπαγάνδα. «Ετσι ξεκινάει η πείνα. Το πρωί ξυπνάς και νιώθεις ζωντάνια. Μετά αρχίζει η αδυναμία. Μετά αρχίζει η πλήξη. Μετά χάνεται η δύναμη της γρήγορης σκέψης. Μετά έρχεται η γαλήνη. Και μετά αρχίζει ο τρόμος». Φράσεις του Χαρμς που επαναλαμβάνουν στην αρχή της παράστασης ο Νταφόε και ο Μπαρίσνικοφ, πάνω σε μια μεγάλη αιώρα, μεταμορφωμένοι από το μακιγιάζ: λευκό πρόσωπο με «γραμμένα» εκ νέου χαριστικά, κόκκινες γλώσσες, ένα στριφογυριστό τσουλούφι να εξέχει. Φορούν μαύρο κουστούμι. Ανάμεσα σε κλόουν και Τζόκερ («Μπάτμαν»), ανάμεσα σε γερμανικό καμπαρέ, βωντβίλ, βωβό κινηματογράφο, γιαπωνέζικο θέατρο Νο, εμφάνιση και ερμηνεία. Τραγουδούν και χορεύουν και οι δύο, παίρνουν πόζες, οι ήχοι (όπως έκπληξη, φόβος, το μολύβι πάνω στο χαρτί), πολλαπλασιάζονται, κυριαρχούν.

Η υπόθεση είναι στοιχειώδης: ένας συγγραφέας συναντάει μια γριά στον δρόμο, η οποία λίγο αργότερα εισβάλλει στο δωμάτιό του, πέφτει νεκρή και έκτοτε στοιχειώνει τη ζωή του. Πώς θα απαλλαγεί ο συγγραφέας από το πτώμα; Ο Μπαρίσνικοφ και ο Νταφόε εναλλάσσονται στους ρόλους του Α και του Β, του συγγραφέα, του Σακερδών Μιχαήλοβιτς, της Γριάς, μιας κοπέλας στην ουρά ενός παντοπωλείου. Ολα συμβαίνουν μέσα στην εικαστική πανδαισία του Γουίλσον, με δέσμες από λευκό - γαλακτώδες, κόκκινο, μπλε, πράσινο φως που μεταμορφώνει τα πάντα, ακατάτακτα αντικείμενα που ίπτανται (καρέκλες, κρεβάτια, ένα μεγάλο ρολόι, πτηνά), και η αίσθηση του μαύρου να «καταπίνει» την ευθυμία, το γέλιο, τη χαρά.

Ο Μπέκετ είναι «παρών», ειδικά στη σκηνή του τέλους με τους δύο πρωταγωνιστές να βαδίζουν επιτόπου κρατώντας βαλίτσες και να επιστρέφουν στα βασικά της ζωής: «Πόσο ωραία είναι η πρωτογενής πραγματικότητα, ο ήλιος, το νερό, το χορτάρι, ένα σκαθάρι…».

Η χημεία των δύο πρωταγωνιστών, που συναντιούνται για πρώτη φορά στη σκηνή μαζί, παράγει μαγεία, που δεν αφήνει ανεπηρέαστη την αίθουσα, γεμάτη από ένα κοινό ανάμεικτο. Οι σταρ έλκουν πάντα κοσμικούς, επώνυμους και θεατρόφιλους, χωρίς η μία ιδιότητα να αποκλείει την άλλη. Η βραδιά έκλεισε με ανθρώπους συνεπαρμένους και άλλους κάπως μαγκωμένους. Αλλά και οι δεύτεροι ομολογούσαν ότι αυτό που παρακολούθησαν ήταν μοναδικό, τόσο στη σύλληψη όσο και στην εκτέλεση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου