Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Κυριάκος Σιμόπουλος

Το άρθρο από τον ιστότοπο της Μαριάννας Τζιαντζή 
 
Αρκετές φορές έχει αναφερθεί ότι ο Κυριάκος Σιμόπουλος, που έσβησε την περασμένη εβδομάδα σε ηλικία 80 χρόνων, δεν ήταν ιστορικός, αν και όλοι παραδέχονται ότι το έργο του θα το ζήλευαν πολλοί ιστορικοί. Ίσως μια πιο σωστή διατύπωση θα ήταν ότι ο Σιμόπουλος δεν ήταν κρατικοδίαιτος ή επιχορηγούμενος ιστορικός. Όταν κάποιος παράγει τέτοιας έκτασης και πληρότητας επιστημονικό έργο, είναι να κωμικό να ασχολούμαστε με το αν αποφοίτησε από το Ιστορικό Τμήμα της Φιλοσοφικής ή αν προσέφερε τις υπηρεσίες του σε κάποιο ίδρυμα ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου.

Ο Κυριάκος Σιμόπουλος, που γεννήθηκε το 1921 σε ένα χωριό της Αρκαδίας, σπούδασε στη Νομική Σχολή της Αθήνας. Το 1947, όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του, τον συνέλαβαν και τον εκτόπισαν στη Μακρόνησο, όπου παρέμεινε μέχρι το 1951, καθώς αρνιόταν συστηματικά να υπογράψει δήλωση μετανοίας. Αυτό ήταν και το πρώτο «ντοκτορά» του Σιμόπουλου –ή μάλλον το δεύτερο, αν υπολογίσουμε και τη συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ.
Τριάντα και πλέον χρόνια εργαζόταν ως δημοσιογράφος στον ημερήσιο Τύπο, ενώ έχει στο ενεργητικό του και μεταφράσεις βιβλίων. Το συνολικό έργο του, που έχει εκδοθεί από το «Στάχυ», καταλαμβάνει γύρω στους 20 τόμους, ένα νούμερο που δικαιολογημένα εντυπωσιάζει και, ταυτόχρονα, αποκαλύπτει το άσβεστο πάθος του για έρευνα και δημιουργία που τον χαρακτήριζε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ειδικά οι πολύτομες μελέτες του Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα και Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21 έχουν σταθεί πολύτιμες βιβλιογραφικές πηγές για κάθε μελετητή της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, καθώς αοοκαλύπτουν το πώς μας έβλεπαν οι «ξένοι» από τους ρωμαϊκούς χρόνους μέχρι τις παραμονές της Επανάστασης του 1821. Εξίσου σημαντικές είναι και οι μελέτες του Η γλώσσα και το Εικοσιένα, Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη, Βασανιστήρια και εξουσία, Η λεηλασίας και η καταστροφή των ελληνικών αρχαιοτήτων, Μύθος, απάτη και βαρβαρότητα οι Ολυμπιάδες κ.ά.
Η έγνοια και η αγάπη του για την ελληνική γλώσσα επίσης είναι ολοφάνερες σε όλο του το έργο, όπως είναι ολοφάνερο το μίσος του για τον εθνικισμό και η απέχθειά του για τις «άπονες εξουσίες». Στα Χρονογραφήματά του (έχει εκδοθεί ένα μικρό μόνο μέρος των καθημερινών επιφυλλίδων του) ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι ο συγγραφέας δεν είναι κλεισμένός σε κάποιον ελεφάντινο πύργο, αλλά παρακολουθεί με επιμονή την επικαιρότητα και δεν εξεγείρεται μόνο με τα εγκλήματα της Μεγάλης Αικατερίνης ή του Ναπολέοντα, αλλά και με τις αδικίες που διαπράττονται στον πεζό στίβο της καθημερινότητας. Αντίστοιχα, τα Διδάγματα κοινωνικοπολιτικά των παροιμία όλων των εθνών μαρτυρά το βαθύ διεθνισμό του συγγραφέα.
Σε μια σειρά βιβλίων του, ιδίως των τελευταιών δεκαετιών, ο Σιμόπολος μοιάζει να απομακρύνεται από το «ειδικό», το γεωγραφικά και χρονικά συγκεκριμένο, και να καταπιάνεται με τις αφηρημένες έννοιες της «διαφθοράς», της «ξενοκρατίας», του «μισελληνισμού» στη διαχρονικότητά τους. Εγχείρημα δύσκολο, που εύκολα μπορεί να επικριθεί για «ξερολισμό» ή έλλειψη μεθοδολογίας. Εδώ το πάθος για την ιστορική αλήθεια σμίγει με τη δίψα για δικαιοσύνη, για καταγγελία της αδικίας που διαπράττεται όπου γης και σε κάθε εποχή. Η δίψα αυτή είναι εμφανέστατη· διαποτίζει κάθε παράγραφο, κάθε αράδα του κειμένου, γεγονός που μπορεί να φαίνεται σαν ξεστράτισμα από την ψυχρή αντικειμενικότητα ου υποτίθεται ότι πρέπει να διακρίνει τον μελετητή. Όμως αυτή η παραδοχή της υποκειμενικότητας είναι μια από τις αιτίες που τα βιβλία του Σιμόπουλου, χωρίς τα δεκανίκια της άμεσης ή της γκρίζας διαφήμισης, έγιναν γνωστά «στόμα με στόμα».
Αγκαλιάστηκαν από το πλατύ κοινό, από ανθρώπους που δεν γυρεύουν μόνο την περιγραφή των γεγονότων, αλλά και απαντήσεις σε ερωτήματα ηθικού χαρακτήρα. Και ο Κυριάκος Σιμόπουλος αναζητεί το δίκιο και το άδικο με το πείσμα εφήβου, αλλά και με τη «χειρουργική ακρίβεια» του ερευνητή. Ο Σιμόπουλος, που γνώριζε αρκετές γλώσσες, δεν ήταν ο «εξυπνάκιας» που σέρφαρε στο Ίντερνετ· ξόδευε πολλούς μήνες σε επιτόπια έρευνα, μελετώντας σε βιβλιοθήκες της Ελλάδας και του εξωτερικού και πάντα παρέθετε τις πηγές του.
Το να πούμε ότι ο θάνατός του είναι μεγάλη απώλεια είναι κοινοτοπία. Το μόνο που δεν είναι κοινοτοπία είναι η περήφανη στάση του στην καθημερινή ζωή, το γεγονός ότι απέφευγε τα φώτα της δημοσιότητας, τις τηλεοπτικές εμφανίσεις, τις συνεντεύξεις, τις φωτογραφήσεις. Μια σπάνια συνέπεια ζωής και έργου, που πολλά έχει να διδάξει στα διάφορα κοκοράκια, ακαδημαϊκά και μη, που ανυπομονούν να χώσουν το ράμφος τους στο παχνί της δημοσιότητας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου